Αρχείο για Οκτώβριος 2010

Για ένα άλλο Νόμπελ

από το Red Notebook

Η πολιτική, η λογοτεχνία και τα βραβεία

Tου Παντελή Μπουκάλα

Mε αφορμή την απονομή στον Περουβιανό συγγραφέα Μάριο Βάργκας Λιόσα του Νομπέλ Λογοτεχνίας, ξανάρθε στο προσκήνιο το ζήτημα της σχέσης της πολιτικής με τη λογοτεχνία. Δεν εννοώ εδώ την πολιτικότητα της ίδιας της λογοτεχνίας, τη στράτευσή της με τη μια ή την άλλη μορφή, αλλά την παρείσδυση ή και επικράτηση πολιτικών παραμέτρων στην αποτίμησή της, οπότε τα κριτήρια θολώνουν και η αξιολόγηση κάθε άλλο παρά αμερόληπτη και απροσωπόληπτη αποβαίνει. Δύο λοιπόν τα ερωτήματα, όχι πρωτότυπα είναι η αλήθεια, αφού επανέρχονται με κάθε απονομή του Νομπέλ. Το πρώτο, πόσο βαραίνει η πολιτική στην απόφαση των δεκαοκτώ ισόβιων μελών της Σουηδικής Ακαδημίας για τον ετήσιο εκλεκτό τους. Πόσο καθοριστικά, δηλαδή, δρουν καθαρά εξωλογοτεχνικές παράμετροι, λ.χ. η επιθυμία των ακαδημαϊκών να εκδηλώσουν τη συμπάθειά τους για κάποια χώρα που εξέρχεται από τυραννικό καθεστώς, έστω κι αν η αξία του έργου των λογοτεχνών της υπολείπεται της αξίας λογοτεχνημάτων άλλων χωρών, δημοκρατικών, αν συγκριθούν με γραμματολογικά μέτρα και σταθμά. Επίσης, πόσο δραστική αποδεικνύεται (τόσο που να παραχαράσσεται οτιδήποτε αφορά τη λογοτεχνία) η εξωλογοτεχνική φήμη ή αίγλη κάποιας προσωπικότητας.

Ως προς την πολιτικότητα των κριτηρίων της σουηδικής Ακαδημίας δεν χωρεί αμφισβήτηση. Από τη μια δεκαετία στην άλλη, η επιλογή των λογοτεχνών που βραβεύονται δεν είναι άσχετη από τα πολιτικοϊδεολογικά ρεύματα των καιρών ούτε από το είδος των ιδεών τις οποίες προβάλλει το έργο τους. Τούτου δοθέντος, μοιάζει λογικό αυτό που δεν είναι καθόλου λογοτεχνικό, να μένουν δηλαδή εκτός του κανόνα των βραβευτέων πνεύματα και έργα αντισυμβατικά ή αιρετικά. Και επίσης λογικό το ότι ο Ουίνστον Τσόρτσιλ δεν κοπίασε να αποσπάσει το 1953, με τα Απομνημονεύματά του και μόνο, το Νομπέλ Λογοτεχνίας, ένα βραβείο δηλαδή για το οποίο δεν κρίθηκαν άξιοι ο Κάφκα, ο Τζόις, ο Μπροχ, ο Ντίλαν Τόμας, ο Σελίν, ο Προυστ, ο Μούζιλ, ο Καλβίνο, ο Πάουντ, ο Πεσόα, ο Μπόρχες, ο Μπέρνχαρντ και, από τους ζώντες, ο Κούντερα και ο Ροθ (τα ονόματα όλων αυτών των λογοτεχνικά υποδεέστερων τόσο του Τσόρτσιλ όσο και του Μπέρτραντ Ράσελ, που και αυτός, παρότι μη λογοτέχνης αλλά φιλόσοφος, τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1950, τα θύμισε ο Ηλίας Μαγκλίνης στην «Καθημερινή» του Σαββάτου 16 Οκτωβρίου)· τουλάχιστον για τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό έχουμε να σκεφτόμαστε ημιπαρηγορητικά ότι έγραψαν σε περιφερειακή, «αδύναμη» γλώσσα, και οι δύο εξ αυτών, οι νεότεροι, καίτοι προταθέντες ως υποψήφιοι το 1950 (όπως και ο Παλαμάς το 1929), υπονομεύτηκαν από την ίδια τους τη μετεμφυλιακή πατρίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Σχολιάστε

Για το Νόμπελ Οικονομικών 2010

Αναδημοσίευση από http://mrzine.monthlyreview.org/2010/varoufakis121010.html

 

Η προσβολή πάνω στο πλήγμα: Για το βραβείο Οικονομικών της Κεντρικής Τράπεζας της Σουηδίας στη μνήμη του Άλφρεντ Νόμπελ

του Γιάννη Βαρουφάκη

Φανταστείτε ένα κόσμο που μαστίζεται από πανούκλα και υποθέστε ότι ενώ συμβάινει αυτό, το Νόμπελ Ιατρικής εκείνη τη χρονιά απονέμεται σε ερευνητές, η καριέρα των οποίων στηρίζεται στην παραδοχή ότι η πανούκλα δεν υπάρχει. Αυτό θα ήταν σίγουρα εξοργιστικό! Έτσι ακριβώς πρέπει να νιώθουμε και για την επιλογή των φετινών βραβευθέντων με το Νόμπελ Οικονομίας.

Οι τρεις ακαδημαϊκοί-οικονομολόγοι στους οποίους απονεμήθηκε το Νόμπελ Οικονομίας του 2010, είναι αναμφίβολα τεχνικά εξοπλισμένοι, καινοτόμοι στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζουν τα μοντέλα τους και, κατά τα άλλα, εξαιρετικοί άνθρωποι. Πρωτού όμως τους χτυπήσουμε επιτιμητικά την πλάτη και γιορτάσουμε μαζί τους, ας ρίξουμε μια ματιά στην επίσημη περιγραφή της συμβολής τους στην κοινωνία. Ιδού πως περιέγραψαν οι Financial Times (11 Οκτωβρίου 2010) τη δουλειά των τριών ανδρών: του Peter Diamond,  του Dale Mortenson, και του Chris Pissarides:

Έχουν συμβάλει καίρια στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο γίνεται η σύζευξη προσφοράς και ζήτησης όταν υπάρχει συναλλακτικό κόστος…. Οι ένδοξες θεωρίες της «αναζήτησης και της σύνδεσης» αποδεικνύουν ότι δεν είναι αρκεί να υπάρχουν αγοραστές και πωλητές που να μπορούν να συμφωνήσουν επί της αρχής σε μια τιμή. Οι ίδιοι αγοραστές και πωλητές πρέπει να μπορούν να βρεθούν και να αποφασίσουν να πραγματοποιήσουν μια συναλλαγή μεταξύ τους αντί να περιμένουν μια καλύτερη ευκαιρία. Οι συναλλαγές δεν γίνονται από μόνες τους, αλλά προκύπτουν μέσα από μια διαδικασία αναζήτησης που μπορεί να είναι χρονοβόρα και να έχει κόστος, συμπεραίνει η έρευνα. Αυτό δίνει τις εξής δυνατότητες στην αγορά: να συνδέσει την προσφορά και τη ζήτηση αποτελεσματικά, αναποτελεσματικά ή καθόλου. Οι διορατικές παρατηρήσεις των βραβευμένων έχουν εφαρμοστεί από τους ίδιους και από άλλους ερευνητές σε μια μεγάλη γκάμα αγορών, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς ακινήτων, της αγοράς χρηματοοικονομικών προϊόντων, ακόμα και την επιλογή συζύγου.  Η πιο σημαντική εφαρμογή τους όμως είναι στην αγορά εργασίας. Οι τριβές στη σύνδεση εργαζομένων και θέσεων εργασίας καθιστούν τη διαδικασία αναποτελεσματική. Συγκεκριμένα, η αγορά μπορεί να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε η ανεργία να επιμένει ακόμα κι αν υπάρχουν εργαζόμενοι που θα ήθελαν να εργαστούν με μισθό που οι εργοδότες θα ήταν διατεθιμένοι να δώσουν.

Και τώρα η μετάφραση: Κατά το μεγαλύτερο μέρος της επαγγαλματικής τους σταδιοδρομίας, οι τρεις βραβευθέντες μελέτησαν τι συμβάινει όταν υπάρχουν θέσεις εργασίας, αλλά οι εργαζόμενοι που θα θέλανε να τις καταλάβουν δε μπορούν να βρουν τους εργοδότες που θα ήθελαν αν τους προσλάβουν και το αντίστροφο.  Κατά περίπτωση έχουν χρησιμοποιήσει περίπλοκες μαθηματικές αναπαραστάσεις για να περιγράψουν παραδείγματα όπως αυτό όπου ο εργοδότης Jack θα ήθελε πολύ να προσλάβει την εργαζόμενη Jill εάν γνώριζε ότι η Jill είναι πράγματι παραγωγική, αλλά δεν την προσλαμβάνει διότι η καϋμένη η Jill δεν έχει τρόπο να τον πείσει ότι είναι όντως παραγωγική γιατί- π.χ. είναι τόσο απελπισμένη που θα δεχόταν να δουλέψει με τόσο χαμηλό μισθό που στέλνει το «μήνυμα» στον Jack ότι, για να είναι τόσο απελπισμένη δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο παραγωγική όσο διατείνεται! Τέλος, ο ένας από τους βραβευθέντες, ο (Mortenson) αγωνίστηκε να δείξει ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να επιλέξουν ορθολογικά να παραμείνει άνεργος ακολουθώντας μια «στρατηγική επένδυσης»: να παραιτηθεί δηλαδή από μια κακή δουλειά για μια καλύτερη (μια δραστηριότητα που μπορεί να χρειαστεί πλήρη απασχόληση για να πετύχει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Σχολιάστε

Copy-Paste

Σε μια πρόσφατη ομιλία του στο Συνέδριο Ευρωπαίων Οικονομολόγων με θέμα την ανάλυση του χαρακτήρα και των αιτίων της κρίσης, ο Alain Lipietz (οικονομολόγος και πρώην ευρωβουλευτής των Γάλλων Πρασίνων), υποστήριξε μια θέση που μέσα στις δεκάδες περιγραφές και συγκρίσεις της «μεγάλης κρίσης του 21ου αιώνα» με παρελθούσες κρίσεις, δεν είχα ξανακούσει: «Παρότι η τάση να συγκρίνουμε την παρούσα κρίση με αυτή του μεγάλου κραχ της δεκαετίας του ’30 και να ανάγουμε τα αίτια της στις θεωρίες της υπερσυσσώρευσης ή της υποκατανάλωσης έχει επικρατήσει στις ετερόδοξες οικονομικές αναλύσεις, βρίσκω ότι η κρίση που βιώνουμε σήμερα έχει περισσότερα κοινά με τις περιβαλλοντικές, διατροφικές κρίσεις του 19ου αιώνα. Ο άνθρωπος έχει φτάσει για πρώτη φορά μετά την περίοδο της ραγδαίας τεχνολογικής ανάπτυξης που διαμόρφωσε τη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού, σε μια οριακή σύγκρουση με τη φύση. Τα φυσικά όρια της παραγωγής ορίζουν την κρίση αυτή και πάνω σ’ αυτή την προβληματική πρέπει να διαμορφώσουμε την εναλλακτική στρατηγική μας». [link σε εισήγηση]. Ο Lipietz-γνώστος περιβαλλοντιστής και οικολόγος ακτιβιστής- επιχειρηματολογούσε μ’ αυτό τον τρόπο υπέρ της αναδιαμόρφωσης των προτάσεων και των επιχειρημάτων της Αριστεράς για τον οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό μέσα από το πρίσμα της οικολογίας.

Παρότι το ζήτημα της οικολογικής κρίσης είναι καίριας σημασίας, πάρχουν πολλοί λόγοι που δε συνάδουν με την άποψη ότι η κρίση ξέσπασε λόγω της ανατίμησης των τιμών της βενζίνης και των τροφίμων που επέβαλλε η σπάνις των φυσικών πόρων. Το copy-paste, όμως δεν αναφέρεται εκεί, αλλά σε μια περιγραφή του Ε. Hobsbawm για τις συνέπειες των κρίσεων των τελών του 20ου αιώνα που, παρότι δεν κάνει την άποψη του Lipietz λιγότερο ενδιαφέρουσα, κάνει το ζήτημα της κυκλικότητας των κρίσεων και του τρόπου με τον οποίο παρόμοιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτκές δομές (αυτές του 20ου και 21ου, σε αντίθεση με το 19ο αιώνα) τις βιώνουν:

«Μολονότι η κατάρρευση του σοβιετικού σοσιαλισμού και οι τεράστιες συνέπειές του, οι οποίες ακόμα δε μπορούν πλήρως να αποτιμηθούν, αποτέλεσε το πιο δραματικό επεισόδιο στις Δεκαετίες της Κρίσης που ακολούθησαν τη «Χρυσή Εποχή». Οι δεκαετίες αυτές χαρακτηρίστηκαν από καθολική ή παγκόσμια κρίση. Η κρίση επηρέασε τα διάφορα μέρη του κόσμου με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό, επηρέασε όμως όλες τις χώρες ανξάρτητα από την πολιτική, κοινωνική και οικονομική φυσιογνωμία τους γιατί για πρώτη φορά στην ιστορία, η «Χρυσή Εποχή» δημιούργησε μια ενιαία και όλο και περισσότερο ενσωματωμένη και καθολική παγκόσμια οικονομία που λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό διασυνοριακά και κατά συνέπεια όλο και περισσότερο διαπερνούσε τα όρια της κρατικής ιδεολογίας. Αρχικά…οι χώρες αναξέρτητα από το οικονομικό τους σύστημα και το πολιτικό τους καθεστώς, απέβλεπαν στην εξεύρεση προσωρινών λύσεων. [Σταδιακά]…γινόταν προφανές ότι η παγκ΄σμια κρίση δεν ήταν μόνο γενική με την οικονομική έννοια, αλλά εξίσου γενική και στην πολιτική σφαίρα….αποκάλυψε πόσο εύθραυστα ήταν τα εγχώρια πολιτικά συστήματα τα οποία βασίζονταν στην [εύθραυστη] σταθερότητα του διεθνούς συστήματος. Οι εντάσεις των δοκιμαζόμενων οικονομιών υπονόμευσαν τα πολιτικά συστήματα της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής ή προεδρικής δημοκρατίας που τόσο καλά είχαν λειτουργήσει στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο….Ακόμα πιο προφανής και από τις βεβαιότητες της παγκόσμιας οικονομικής και της παγκόσμιας πολιτικής, ήταν η κοινωνική και ηθική κρίση, αντανακλώντας τις μετά το 1950 αναστατώσεις στην ανθρώπινη ζωή που επίσης απλώθηκε σε μεγάλη κλίμακα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Σχολιάστε