«Μέσα»

συνέντευξη του Δημήτρη Παπαϊωάννου στη Μαρία Κατσουνάκη

– Οταν σταματήσουμε, αναγκαστικά, να καταναλώνουμε, τι θα κάνουμε;

– Ας κάνουμε μιαν ευχή. Να γίνουμε πιο δημιουργικοί, να βρίσκουμε λύσεις μόνοι μας, να μην τις παίρνουμε έτοιμες, ας αποκτήσουμε ενδιαφέρον για το πώς συνδεόμαστε με τους ανθρώπους γύρω μας. Αν καλλιεργήσουμε ένα λουλούδι αντί να το αγοράσουμε, μπαίνουμε σε μια διαδικασία που γιορτάζει την ίδια τη ζωή. Φυσικός χρόνος: σκέψης, κατανόησης, επικοινωνίας. Βέβαια, όταν η πραγματική φτώχεια σού χτυπάει την πόρτα, όλα αυτά που λέω είναι κουραφέξαλα. Ξέρω. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα πάρα πολύ φτωχός. Απλώς, τώρα, εδώ που είμαστε, κάνω μιαν ευχή, σαν μια σκέψη που πιθανόν να γονιμοποιήσει την επόμενη πραγματικότητα. Από πολλούς ανθρώπους θα γίνει.

– Φοβάστε και ελπίζετε;

– Αναρωτήθηκα μήπως φέτος έπρεπε απλώς να σταματήσω. «Ποιος νοιάζεται για οποιονδήποτε πειραματισμό αυτή τη στιγμή. Who gives a shit…», σκέφτηκα. Κάτι άλλο που με προβληματίζει είναι αυτή η αναγκαστική αναθεώρηση του υλισμού. Αν μπορεί η δυσκολία να κάνει το καλό, να μας αφαιρέσει, δηλαδή, τη ματαιότητα της υλιστικής αντιμετώπισης της ζωής. Οπως είπε ο Ράμφος, το να αντικαθιστάς το είναι με το έχω είναι αποτέλεσμα μιας υλιστικά προσανατολισμένης ζωής. Αποφάσισα να παραμείνω σε μια δράση. Να κάνω τη δουλειά μου, δηλαδή. Αν το σκεφτώ λίγο παραπάνω, μπορεί και να παραλύσω.

– Θα μπορούσατε να εγκατασταθείτε και να δουλέψετε στο εξωτερικό;

– Οχι στ’ αλήθεια. Εχω τη δυνατότητα να πάω και να ζήσω σε μιαν άλλη πόλη και να αρχίσω από την αρχή. Δεν μιλάτε με κάποιον που του ανοίγεται μια διεθνής καριέρα και επιλέγει να είναι στην Αθήνα. Μπορώ όμως να μαζέψω τα πράγματά μου και να πάω να ζήσω σε μιαν άλλη πόλη για ένα χρονικό διάστημα.

– Εχετε το κουράγιο;

– Δεν ξέρω. Εκανα ένα «δειγματισμό» με τη Ν. Υόρκη, θα κάνω και με άλλες πόλεις και θα δούμε. Ολα είναι ανοιχτά. Το μόνο που πανικοβάλλει είναι να σκεφτούμε ότι δεν υπάρχει άλλη προοπτική εκτός από αυτήν που ζούμε. Το αγώνισμα της ζωής είναι δύσκολο. Καμιά φορά τρέχεις επί τόπου.

Ημουν ευπρόσδεκτος σε ένα πάρτι που δεν πήγα


– Επιδιώξατε χρήματα και κοινωνικό στάτους;

– Επιασα τον εαυτό μου να κολακεύεται που έρχεται το χρήμα και η καταξίωση. Να χαίρεται που ένας ιδεατός γονιός θα αισθανόταν περήφανος για τον γιο του. Να χαίρεται που και με τα πιο main stream στάνταρντ θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα κατάφερα. Επιασα τον εαυτό μου να κολυμπάει λίγο σε αυτήν τη λάσπη…

– Και μετά τι κάνατε;

– Εκανα τα καλλιτεχνικά βήματα που μ’ ενδιαφέρει να κάνω χωρίς καμία επιρροή από πουθενά. Επίσης, ο κύκλος ο κοινωνικός και των φίλων μου έμεινε στις διαστάσεις που εμένα μ’ ενδιαφέρει. Η μόνη αντίδρασή μου είναι ότι κρύφτηκα κοινωνικά. Απέφυγα τις κοινωνικές συναναστροφές – στάτους. Ημουν ευπρόσδεκτος σε ένα πάρτι που δεν πήγα.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου αποφοίτησε από το Αμερικανικό Κολλέγιο. Δεν ανήκει στον κόσμο του. «Αυτό είναι το πάρτι στο οποίο δεν πήγα», διευκρινίζει. «Δεν έχετε φίλους από τότε;», επιμένω. «Κανέναν. Ο μόνος φίλος που είχα δεν ζει πια. Ηταν ο Αλέξης Μπίστικας. Φίλος και συνεργάτης. Ηταν ο αδελφικός φίλος, ο κολλητός μου. Τον έχασα νωρίς…».

Ο κόσμος γύρω μας ρίχνει κλεφτές ματιές στον Δ. Παπαϊωάννου, γυρνάει και σχολιάζει χαμηλόφωνα. Μια κυρία σηκώνεται και πλησιάζει για να του ευχηθεί: «να ’στε γερός και πάντα καλά». «Ευχαριστώ πολύ», απαντά ευγενικά.

– 2004 – 2011. Πολλά πράγματα πήγαν λάθος. Μεγάλη δαπάνη, μεγάλη σπατάλη. Δεν άντεχε, δεν άντεξε αυτή η χώρα τα ποσά που ξοδεύτηκαν για τους Ολυμπιακούς. Η τελετή έναρξης είναι μέρος της σπατάλης;

– Σαφέστατα. Η τελετή έναρξης ήταν μια πολύ ακριβή τελετή, αλλά εξυπηρετούσε την εικόνα μιας ολόκληρης χώρας που ανέλαβε μια τόσο ακριβή διοργάνωση. Επρεπε να είναι αντίστοιχη. Ηταν ανάλογη της υπέρογκης οικονομικής φιλοδοξίας που είχε αυτό το εγχείρημα, ως όφειλε. Κοιτώντας πίσω μπορούμε να πούμε «τι τα θέλαμε όλα αυτά;». Τότε λέγαμε «τι ωραία ανάσα αισιοδοξίας!». Λειτούργησε στο θυμικό μας, ως μεγάλη τόνωση της αυτοπεποίθησής μας. Και αυτό είναι ένα κεφάλαιο. Και τα δύο, το τότε και το τώρα, είναι αλήθεια.

– Κεφαλαιοποιήθηκε η επιτυχία των Ολυμπιακών;

– Κάθετα, όχι. Το κακό after management είναι εμφανές παντού.

Το εξάωρο έργο «Μέσα» δεν είναι παράσταση, είναι κατάσταση

Οταν είχαμε διασταυρωθεί με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου τυχαία στη Ν. Υόρκη, πέρυσι την άνοιξη (απίστευτο σε μια πόλη εκατομμυρίων), μου είπε κάτι που θυμάμαι ακόμη: «Εδώ είσαι ο κανένας». Εμεινε τρεις μήνες με υποτροφία Φουλμπράιτ. «Είναι το φυσικό», εξηγεί αναδρομικά. «Η φυσική συνθήκη ενός ανθρώπου σε μια πόλη. Ετσι έχω ζήσει πάντα. Αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα είναι μια διαστροφή».

Για να συμπληρώσει αμέσως: «Ηθελα να επιστρέψω πολύ στην Αθήνα. Σπίτι μου και στους φίλους μου. Ο χρόνος που πέρασα στη Ν. Υόρκη βομβαρδίζοντας τον εαυτό μου με τέχνη και μελετώντας λειτούργησε σαν χρόνος αποθηκευτικός και όχι σαν χρόνος καλής ζωής. Εκτός από τη συναρπαστική υπόσταση της μεγάλης μητρόπολης, η φάση στην οποία βρίσκομαι δεν με οδήγησε να ζήσω μια ωραία ζωή. Ηταν περισσότερο περίοδος μελέτης και περισυλλογής για μένα κι αυτό το κατάλαβα όταν γύρισα και συνειδητοποίησα ότι υπάρχει πολύ κέφι για δημιουργία». Είχε ξαναζήσει ένα χρονικό διάστημα στη Ν. Υόρκη όταν ήταν under construction και ομολογεί ότι «είναι πράγματι συγκλονιστικό να ζει κανείς εκεί αυτήν την περίοδο της ζωής του. Εκεί πρωτοήρθα σε επαφή με τη δουλειά της Λόρι Αντερσον, της Μέρεντιθ Μονκ, του Μπομπ Γουίλσον… Δεν είναι η ίδια πόλη πια, με εκείνη της δεκαετίας του ’80, και δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Δεν είναι το κέντρο της δημιουργίας στη σκηνική τέχνη και εγώ είμαι ένας μεγάλος άνθρωπος. Επέστρεψα για να ξεφύγω από αυτό που έχω κάνει και να το γονιμοποιήσω μέσα στην ανωνυμία. Δεν είμαι επίσης ένας άνθρωπος που ζητάω την ευκαιρία. Και η Ν. Υόρκη είναι μια πολύ ωραία πόλη όταν ζητάς την ευκαιρία… Τότε με είχε καλέσει η Ελεν Στιούαρτ που πέθανε πρόσφατα».

Μεσολαβεί μικρή παύση. «Και η Λα Μάμα πέθανε και my mama is dying… Αστείο δεν είναι;», αναρωτιέται με ένα μάλλον βραχνό γέλιο. Η Ελεν Στιούαρτ, ιδρύτρια του θεάτρου Λα Μάμα, στην κορυφή της θεατρικής πρωτοπορίας στην Αμερική της δεκαετίας του ’60. Η Μερόπη Παπά, μητέρα του Δημήτρη, κομμώτρια το επάγγελμα, κλείνει τον κύκλο της ζωής της, ύστερα από εξάχρονη περιπέτεια υγείας. «Η μητέρα σας είναι στην έξοδο… Είπατε κάτι προηγουμένως για τους γονείς. Νιώθετε ότι έχετε κάνει υπερήφανη τη μητέρα σας;». «Ναι. Την έχω κάνει υπερήφανη. Μόνο που δεν της έχω προσφέρει την παρουσία μου όσο θα ήθελα». «Ερχόταν στις πρεμιέρες; Της άρεσε αυτό που κάνατε;», συνεχίζω, αφού διευκρινίζει ότι δεν τον ενοχλεί η συζήτηση και αν αισθανθεί να πιέζεται θα μου το πει. «Ερχόταν. Δεν νομίζω ότι της άρεσε, μα ήταν ευχαριστημένη που άρεσε στον κόσμο».

– «Μέσα» ο τίτλος της νέας δουλειάς σας. Μέσα σε τι, μέσα πού, μέσα πώς;

– Μέσα στη φωλιά μας. Είναι σαν να βλέπεις από τον ακάλυπτο στο απέναντι διαμέρισμα, από το οποίο έχει γκρεμιστεί ένας τοίχος, τον ένοικο την ώρα που επιστρέφει σπίτι του. Οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και κάνει αυτά που είναι κοινά σε όλους μας: βγάζει τα ρούχα του, κάνει μπάνιο, τρώει, χαζεύει έξω από το παράθυρο, κοιμάται. Κάτι πολύ απλό και αναγνωρίσιμο. Αυτό λειτουργεί σε δύο επίπεδα: καλούμαστε να δούμε αυτό που αναγνωρίζουμε άμεσα ως δικό μας, αλλά καλούμαστε επίσης να παρακολουθήσουμε αυτήν τη φόρμα να επαναλαμβάνεται από πολλούς ανθρώπους (30 ερμηνευτές) ακριβώς η ίδια, ξεκινώντας χρονικά μετατοπισμένη από τον προηγούμενο άνθρωπο. Ο τρόπος που η χορευτική αυτή φράση επαναλαμβάνεται είναι το συνθετικό στοίχημα. Οι πόρτες του θεάτρου θα ανοίγουν για έξι ώρες καθημερινά. Οι άνθρωποι δεν βλέπουν ποτέ την αρχή αλλά ούτε και το τέλος της παράστασης. Δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Ανακυκλώνεται μέσα στον ίδιο της τον εαυτό και οι θεατές μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα αυτό που θα δουν, αγοράζοντας ένα ημερήσιο εισιτήριο. Μπορούν να μπουν, να βγουν όσες φορές θέλουν και να καθήσουν όπου θέλουν. Το «Μέσα» δεν είναι ακριβώς μια παράσταση, είναι μια κατάσταση. Ο θεατής διαλέγει από ποια γωνία, ποιες ώρες και πόσες φορές θέλει να πάρει την εμπειρία αυτού του έργου.

– Στο κέντρο της πόλης, λοιπόν, έρχονται να παρακολουθήσουν ανθρώπους της πόλης που παρακολουθούν την πόλη από το παράθυρο… Πολλαπλασιάζετε την καθημερινότητα;

– Οχι. Περιγράφω ένα σκηνικό παιχνίδι με αμέτρητες δυνατότητες σύνθεσης. Σκηνικό πείραμα το ονομάζω. Είναι ένα έργο που συμπεριφέρεται στο θέατρο σαν εκθεσιακό χώρο, στην παράσταση σαν έκθεμα και στους θεατές σαν επισκέπτες (η μουσική είναι του Κωνσταντίνου Βήτα).

– Τι ενδιαφέρον έχει αυτή η καθημερινότητα στα πρόσωπα, στις κινήσεις;

– Κάτι μας κάνει να κολλάμε όταν παρακολουθούμε τη ζωή μέσα από τα παράθυρα. Οχι όταν συμβαίνει κάτι εξαιρετικό. Η γοητεία έχει να κάνει με τον φυσικό χρόνο και με τη μη ερμηνεία. Γι’ αυτό και απλώνεται στον χρόνο. Η πόρτα θα ανοίγει στις 5.30 και θα κλείνει στις 11.30.

– Οποιος μείνει όλες τις ώρες;

– Θα πάρει βραβείο!

http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_11_06/02/2011_431370

Advertisements

  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: