Τι Μπέζος, τι Χάγεκ!

Ξεφορτωθείτε το περιττό εργατικό δυναμικό, ξεφορτωθείτε τους αγρότες, ρευστοποιήστε τα αποθέματα, ρευστοποιήστε τα ακίνητα… Θα ξεκαθαρίσει η σαπίλα από το σύστημα… Οι αξίες θα αποκατασταθούν και οι άνθρωποι με επιχειρηματικό ταλέντο θα αναλάβουν να ξαναχτίσουν πάνω στα συντρίμμια που άφησαν πίσω τους οι λιγότερο ικανοί.
Α. Μέλον, υπ. Οικονομικών ΗΠΑ, 1930

Η κατάσταση στο τηλεοπτικό πεδίο είναι πάρα πολύ καλή. Σας φαίνεται περίεργο, αλλά όντως έτσι είναι. Μπορεί να μας δυσκολεύει οικονομικά αλλά θα ησυχάσουμε… Θα φύγει η σαβούρα. Έχει γίνει, ευτυχώς, ένα μεγάλο ξεσκαρτάρισμα.
Γ. Μπέζος, Σεπτέμβριος 2012

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘30, η συζήτηση για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Ύφεσης στις ΗΠΑ κυριαρχούνταν από τη λεγόμενη «θεωρία της ρευστοποίησης». Ποιά είναι η ουσία αυτής της θεωρίας; Σε τρεις γραμμές, αυτό περίπου που περιγράφει ο ηθοποιός Γιάννης Μπέζος, αναφερόμενος στη διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα του σήμερα: η κρίση είναι μια ευκαιρία να απαλλαγούμε από τα «περιττά», έτσι ώστε οι «υγιείς δυνάμεις» να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και, μέσω της αγοράς, να …δημιουργήσουν ξανά σε ένα περιβάλλον απαλλαγμένο από τα αντιπαραγωγικά του βαρίδια.

Την περίοδο της προεδρείας του Χούβερ, οικονομολόγοι όπως ο Χάγεκ και ο Ρόμπινς επιχειρηματολογούσαν με πάθος ότι σε μια περίοδο κρίσης το μόνο αποτέλεσμα μιας παρέμβασης του κράτους για την τόνωση της ζήτησης είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας «εξορθολογισμού» του συστήματος, ο οποίος τελικά θα κατέληγε στην οικονομική ανάκαμψη και την εγκαινίαση ενός νέου ενάρετου κύκλου ανάπτυξης: «Σε κανέναν δεν αρέσουν οι χρεοκοπίες…Όταν όμως οι λάθος επενδύσεις και η υπερχρέωση ξεπερνούν ένα ορισμένο όριοορισμένο όριο, τότε μέτρα που εμποδίζουν τη διαδικασία ρευστοποίησης, απλώς χειροτερεύουν την κατάσταση» [1].

Στην πορεία της δικής μας Μεγάλης Κρίσης, το αντίστοιχο σχήμα της επεκτατικής δημοσιονομικής λιτότητας δεν υστέρησε καθόλου σε οπαδούς, θεωρητικούς και «εμπειρικούς». Από τον Περότι και τον Αλεσίνα, μέχρι τους οικονομικούς αναλυτές του ΣΚΑΪ και τους «λογικούς» του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου, το επιχείρημα επιστημονικοποιήθηκε και εκλαϊκεύτηκε πολλές φορές, ανάλογα με τη χρήση του. Κατά την περίοδο του πρώτου Μνημονίου, ο ηγεμονικός του χαρακτήρας ήταν εμφανής. Παρήγαγε βεβαιότητες που δεν μπορούσαν (και δεν έπρεπε) να αξιολογούνται στην τρέχουσα περίοδο, μιας και τα αποτελέσματά τους θα αποκαλύπτονταν στην πορεία του χρόνου, προς απογοήτευση των κοντόφθαλμων και οπισθοδρομικών επικριτών του Μνημονίου.

Ο χρόνος ευόδωσης βέβαια είναι κάτι σχετικό, ειδικά όταν στη διάρκειά του η κοινωνική κατάσταση επιδεινώνεται ραγδαία και το πολιτικό σκηνικό μεταβάλλεται θεμελιωδώς. Έτσι, μετά τις πρώτες αποτιμήσεις, τα αποτελέσματα δεν έδειχναν να προσεγγίζουν και πολύ τα αναμενόμενα. Τότε το επιχείρημα ανέπτυξε μια ενδιαφέρουσα ιδιότητα: κέρδιζε όταν έχανε. Τι σημαίνει αυτό; Ότι για τα δυσμενή αποτελέσματα δεν έφταιγε η εφαρμογή της πολιτικής της λιτότητας, αλλά η κακή (ελλιπής, καθυστερημένη, στρεβλή) εφαρμογή της.

Εν τω μεταξύ «η σαπίλα άρχισε να ξεκαθαρίζει από το σύστημα». Φρόντισαν γι’ αυτό το δεύτερο Μνημόνιο, το Μεσοπρόθεσμο, η «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας κλπ. Στα συντρίμμια όμως δεν χτίστηκε τίποτα νέο: απλά προστέθηκαν νέα συντρίμμια. Αυτό, ωστόσο, δεν φάνηκε να απασχολεί ιδιαίτερα την κυβέρνηση, η οποία στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2013 αναφέρει ότι: «Βασικό χαρακτηριστικό των οικονομικών εξελίξεων για το 2012 είναι η παραμονή της οικονομίας σε βαθειά ύφεση, η οποία άρχισε το 2008 και συνεχίζεται αμείωτη για πέμπτο συνε-χόμενο έτος, με τη συνολική συρρίκνωση του ΑΕΠ να ξεπερνά το 20% την τελευταία πενταετία. Φαίνεται ότι η Ελληνική οικονομία έχει περιπέσει σε ένα φαύλο κύκλο δημοσιονομικής προσαρμογής – ύφεσης – μη επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, με κεντρικό σημείο αναφοράς την εντεινόμενη αβεβαιότητα…» (Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2013) [2]. Αυτά αναφέρει, συνεχίζοντας όμως την ίδια πολιτική, τη στιγμή που το ΔΝΤ κάνει κριτική στις ίδιες του τις εκτιμήσεις, γράφοντας για παράδειγμα ότι ο πολλαπλασιαστής δαπάνης (το ποσοστό μείωσης του ΑΕΠ όταν μειώνονται οι δημόσιες δαπάνες) στην περίπτωση της Ελλάδας ήταν σταθερά υποεκτιμημένος (ένας κομψός τρόπος να πεις ότι η λιτότητα έφερε πολύ μεγαλύτερη ύφεση χωρίς προοπτική ανάκαμψης).

Η πολιτική της κυβέρνησης μπορεί να αποτυγχάνει στην πράξη. Η αναπαραγωγή του απαξιωμένου επιχειρήματός της, ωστόσο, φαίνεται πως έχει πετύχει αρκετά στη σφαίρα της ιδεολογικής ηγεμονίας. Η θεωρία όμως του «τελευταίου κάβου» έχει εξαντλήσει την αποστολή της. Για όσους έχουν πειστεί ότι οι δεκάδες χιλιάδες άνεργοι, οι άστεγοι, οι φτωχοί, οι σωματικώς και ψυχικώς νοσούντες δεν είναι ένα θλιβερό, αλλά αναγκαίο κακό, η συμμετοχή στη διαδικασία ανάδειξης ενός άλλου τρόπου αντίληψης της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης από αυτόν του Μέλον και του Χάγεκ είναι πιο κρίσιμη από ποτέ.

________________

Σημειώσεις

[1] Λ. Ρόμπινς. Αναφέρεται στο DeLong, B. (1990), “’Liquidation Cycles’: Old-Fashioned Real Business Cycle Theory and the Great Depression”, NBER Working Papers No 3546

[2]http://www.minfin.gr/portal/el/resource/contentObject/id/02f83f91-dd38-4ee5-9e75-7d285014f4d1 (σελ. 8)

Advertisements
  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: